Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Αγίου Βαλεντίνου, με ήχους μαντολίνου!

Ο σύζυγος κι η σύζυγος, επήγανε για ψώνια,
μα η σύζυγος του σύζυγου, τ' άναψε τα λαμπιόνια.
Σε ένα ράφι έσκυψε, ο φουκαράς, να πάρει,
ένα μπουκάλι παλαιό, ουίσκι δωδεκάρι.
"Τί κάνεις;" λέει η σύζυγος, με μιά φωνή που σχίζει,
"έχεις λεφτά για πέταμα;" "Δεκάξι ευρώ κοστίζει...
και είπα μήπως σήμερα, Αγίου Βαλεντίνου,
πιούμε λιγάκι ξαπλωτοί, με ήχους μαντολίνου".
"Γιά πες μου ορέ διάσκαντζε, είσαι με τα καλά σου;
να φάμε, βρε, δεν έχουμε, θέλεις και τα ποτά σου;"
Εμούλωσε ο σύζυγος, τ' αυτιά του κατεβάζει,
και το ουίσκι το παλιό, στη θέση του το βάζει.
Λίγο πιό πέρα η κυρά, πήρε προσώπου κρέμα,
του σύζυγου τ' ανέβηκε στην κεφαλή το αίμα.
"Τί είναι αυτό;" ερώτησε με τη σειρά κι ο κύρης,
"Μία κρεμούλα αγάπη μου, μην γίνεσαι καρμίρης."
"Και πόσο κάνει;" "Ογδόντα δυό." "Μα θέλεις ένα σμπάρο,
δεκάξι ευρώ δεν μ' άφησες, ουίσκι για να πάρω,
και τώρα θες ογδόντα δυό να δώσεις για την κρέμα;"
"Γιά σε να γίνω όμορφη", του λέει με λάγνο βλέμμα.
"Κρέμα δεν σου χρειάζεται, κι άσε το παρακάλι,
και θα σε δω πιό όμορφη, αν πιώ κι ένα μπουκάλι".
Post: Δύ-στιχος